ὑβριστής

ὑβρ-ιστής, οῦ, ,
A violent, wanton, licentious, insolent man,

ὑβριστῇσι . . τῶν μένος αἰὲν ἀτάσθαλον, οὐδὲ δύνανται φυλόπιδος κορέσασθαι Il.13.633

;

ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι ἠὲ φιλόξεινοι Od.6.120

,9.175, 13.201; of the suitors (cf.

ὕβρις 1.1

),

ὑ. καὶ ἀτάσθαλοι 24.282

;

στρατὸν ὑβριστὴν Μήδων Thgn.775

;

Πέρσαι φύσιν ἐόντες ὑ. Hdt.1.89

;

ἀνδρῶν δυναστέων παῖδες ὑβρισταί Id.2.32

; στρατὸν θηρῶν ὑ., of the Centaurs, S.Tr.1096: also in Prose, And.4.14, Lys.24.15, Ep.Rom.1.30, etc.; in a milder sense, sarcastic, Pl.Prt.355c.
2 esp., opp. σώφρων, lustful, lewd, Ar.Nu.1068 (anap.), X.Cyr.3.1.21, etc.;

ὁ εἰς ὁτιοῦν ὑ. Aeschin.1.17

; ὑ. πενίης insolent towards . . ,
AP9.172b (Pall.).
3 of animals, wanton, restive, unruly,

ταῦροι E.Ba. 743

;

ἵπποι X.Cyr.7.5.62

, cf. Pl.Phdr.254c.
4 of natural forces,

ὑβριστὴς Τυφάων Hes.Th.307

;

Ὑβριστὴν ποταμὸν οὐ ψευδώνυμον A.Pr. 717

.
5 of things,

ὑ. οἶνος διὰ νεότητα Ael.Ep.8

; μέλι Ἀττικὸν ποιεῖ ὑ. [τὸν πλακοῦντα] makes it proud, Archestr.Fr.62.18; νάρθηκας ὑ., of the Bacchae, E.Ba.113 (lyr.).—Cf. ὕβριστος fin.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ὑβριστῇς — ὑβριστής violent masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβριστής — violent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υβριστής — ο / ὑβριστής, ΝΜΑ, και δωρ. τ. ὑβρίκτας, και τ. θηλ. ὕβριστις, ίστιδος, Α [ὑβρίζω] νεοελλ. πρόσωπο που υβρίζει ή συνηθίζει να υβρίζει, βλάσφημος μσν. αρχ. θρασύς, αναιδής ή βίαιος αρχ. 1. ακόλαστος, ασελγής 2. (για ζώο) ατίθασος 3. (για φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • υβριστής — [ивристис] ουσ. а. оскорбитель, хулинган …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υβριστής — ο θηλ. ίστρια αυτός που συστηματικά εκστομίζει υβριστικές λέξεις και φράσεις, ο βρισιάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑβρίστης — ὕβριστος wanton fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβρισταῖν — ὑβριστής violent masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβρισταῖς — ὑβριστής violent masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβρισταί — ὑβριστής violent masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβριστοῦ — ὑβριστής violent masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑβριστῇ — ὑβριστής violent masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.